tweak
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]tweak (en)
- μικροδιόρθωση, μικρορρύθμιση, μικροαλλαγή
Ρήμα μεταβατικό
[επεξεργασία]tweak (en)
tweak (en)
tweak (en)